Monday, 26 October 2009

BOOM BASH SHIT!




Is something that I would call hardcore music. It's the kind of grimy music that makes you scrunch up your face and snap your neck. Hip-hop is not at that stage today. It's glossy, it's all about the clubs and everyone's got to have a singer. [...] I still want that out of my hip-hop - that bangin'-ness. That's why I can't even get with stuff like Anticon, it's too self-conscious and art school. It's not raw, it's not savage like Sensational's music. His music reflects his chaotic life. [...]  I never learned how to use any of the equipment. That's why the early Spectre stuff, was so.... I mean, I never used a metronome to keep time, so that's why everything was so loose! And that's what I love about Sensational's stuff, 'cos he used to work like that too. That's why we click, 'cos both our sounds were real loose and offbeat. (SPECTRE @NEFISA)

Οι κινήσεις του Skiz Fernando (aka Spectre, the Ill Saint) ήταν πάντοτε υπόγειες και μεθοδικές. Η παρέμβασή του στον διευρυμένο χώρο του hip-hop και της dub της Νέας Υόρκης συνδυάζει, εδώ και 15 χρόνια τώρα, το μουσικό βάθος του Bill Laswell και τον σκληρότερο πυρήνα του post-punk, με μια αυστηρότητα που θυμίζει Richard H. Kirk! Περνώντας από το Harvard στη δημοσιογραφία (στο περιοδικό The Source), ως την ίδρυση του label της Wordsound (το οποίο έβγαλε το ντεμπούτο των The Bug μεταξύ άλλων), και ως τις ανεξάρτητες παραγωγές film με προδιαγραφές Δόγματος, της τελευταίας δεκαετίας, ο δρόμος είναι πραγματικά μακρύς. Και περιλαμβάνει φιλίες με τον RZA, που κρατούν από το 1992, ξημεροβράδιασμα στα studio της AXIOM με την αδιανόητη συμμορία του Laswell (που στεγάζονταν επίσης στο Brooklyn), καθώς και την έκδοση ενός βιβλίου ("The New Beats: Exploring the Music, Culture & Attitudes of Hip-Hop", 1994), εννέα προσωπικά albums και την επιμέλεια μιας σειράς συλλογών...
Το 2009 τον βρίσκει παρέα με τον κολλητό του rapper Sensational, ντυμένο ακόμα πιο κωλομπαράδικα, πιο λυσσασμένο, κυβερνημένο από κατώτερα ένστικτα, άτιμα: Acid & Bass, αυτός είναι ο τίτλος του νέου του lp, που είναι γεμάτο από αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του. Μιγάδικη ψυχεδέλεια και τα υστερικά basslines του Plastikman, μαζί με situational ρίμες σε ένα album που συγκεντρώνει όλη την δύναμη της περιόδου 1986-1988: boom-bap και acid-house, σε επιθέσεις κρουστών από το 808 που σου κάνουν τα μπαλάκια μαρμελάδα. Κόψτε video!

(Spectre - The Second Coming, 1997)

Sunday, 25 October 2009

GERSHWIN ON THE BEACH




Θα είναι μάλλον το πιο πρωτότυπο μουσικό γεγονός της  χρονιάς: η οικογένεια Gershwin αποφάσισε να παραδώσει ημιτελείς συνθέσεις του μεγάλου δημιουργού σε κάποιον σύγχρονο ενορχηστρωτή, με σκοπό την ολοκλήρωση και την εκδοσή τους. Το πρόσωπο που επιλέχθηκε δεν είναι άλλο από τον... Brian Wilson! Ο ίδιος ανταποκρίθηκε καταφατικά στην πρόκληση, δηλώνοντας "thrilled to death". Πρόκειται για μουσικά αποσπάσματα που εκτείνονται από μερικά μέτρα μέχρι παρολίγον τελειωμένα τραγούδια, καθώς και όλα τα ενδιάμεσα. Οι πρωτότυπες συνθέσεις του George Gershwin που παρέμειναν ανολοκλήρωτες, λογω του ξαφνικού θανάτου που τον βρήκε σε ηλικία 38 ετών, δεν δίνονται απλά προς διασκευή, αλλά προς αποπεράτωση, κάτι που δε συμβαίνει συχνά. Και συμβαίνει πραγματικά σπάνια ένας συνθέτης με τέτοιο ειδικό βάρος, όσο ο George Gershwin, να συμπληρώνεται από μια εξίσου ιστορική ευφυία, του εκτοπίσματος του Wilson. Έχει πολύ πλάκα, σαν να βλέπεις το αμερικανικό όνειρο σε όλα του τα στάδια, από το 1900 ως το baby boom, και ως την πλήρη κατάρευσή του, σήμερα. Και έχει πλάκα το πόσο ξεκάθαρα μπορούν αυτά τα πράγματα να εκφραστούν μέσω των ήχων...

"I've always tried to make music that entertained people. I also wanted my music to last, to be able to speak to any generation. Thankfully, nearly 50 years since the Beach Boys were born, that seems to have come true. Now, a new musical chapter begins for me, and teaming up with Disney means it's going to be a chapter to remember. I promise." Αυτά δηλώνει, με μπόλικη χαρούλα, ο Brian Wilson! Και η μουσική του, κάτω από την στέγη της Walt Disney, περιμένουμε να δώσει μια υπέροχα αρρωστημένη απολογία του θεάματος, στην εποχή της αποσύνθεσής του.  

Wednesday, 21 October 2009

DOT ROTTEN




Look, I got kicked out of school in year 7. the first year I didn’t have no qualifications, I didn’t have no job, I was a yout from like seven, eight years old I always wanted my own money. Got kicked out of school. No job. Ended up hitting the roads and doing all the crazy stuff to get money, but still didn’t get no money. I moved away and I was doing some road stuff, some stuff I’m actually proud of, but you know what: it built me as a person. You have to go through certain things to be able to say, “do you know what, that isn’t for me…”. Then I started doing music. And luckily enough, I got away with… murder, basically. I got away with a lot of stuff and just said “yeah, alright I’m meant to do music. This is what I’m meant to do.” [...] Now,  I’m basically in studio, every day. I wake up, push some weights, go downstairs straight into studio and do my work. It’s Tyrone’s studio. Me, Tyrone and Dennis Rowe – the man who runs Saxon Sound, we’re in a yard, a lot of people live there: it’s just a team. We’re all under one house: if I don’t eat, everyone don’t eat. If we eat today, we all eat. We’re just a family.  (DOT ROTTEN @BLACKDOWN)

DIRTY ON BEATS - RIGHTEOUS OPINIONS
Ask many Grime fans who the most underrated man in the scene is - both in terms of production and MCing - and they'll answer Dot Rotten. λέει το FACT. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο εικοσάχρονος (!) Jonathan Ellis (aka Dot Rotten) είναι πολύ γενναιόδωρο παιδί. Και σίγουρα έχει λόγους να ευγνωμονεί τη μουσική και τους ακροατές του, αφού μόνο πέφτοντας με μανία στη μουσική Grime κατάφερε τελικά να απομακρυνθεί από το κύκλωμα του δρόμου που τον έθρεψε ως τότε. Το 2007, και όντας μόλις 17 χρονών, ο Dot κατάφερε να μπει στο top-5 του Blackdown για τη χρονιά εκείνη, φτιάχνοντας ένα mixtape που συζητιέται ακόμα. Αγωνιώδη beats, και λέξεις που ρέουν παράξενα, διασχίζοντας τους πιο παράξενους δρόμους που συνάντησε ο νεαρός Dot, μεταλλικοί ήχοι που γυαλίζουν στη νύχτα, σημαίνοντας θάνατο. Το "This is the Begginning" mixtape, για το οποίο ο λόγος, ήταν και παραμένει μια free-downloading κυκλοφορία-υπόδειγμα. Εκτός του καταπληκτικού flow που διαθέτει, εκτός από τον λόγο του, που αφορά τη συνείδηση του δρόμου αλλά και τη σημερινή αφοσίωσή του στο Ισλάμ, ο Dot φτιάχνει και πολύ δεμένα beats και instrumentals, που καρφώνονται στο δέρμα και σε ρουφάνε! 
Πενήντα (50) από τα αμέτρητα instrumentals του Dot Rotten βγήκαν και διανέμονται δωρεάν εδώ και λίγες ημέρες με απόφαση του ίδιου. Break through!


Monday, 19 October 2009

GRIME BABY!




Some of Grime's similarities to punk are debatable, but this one isn't one of them: both genres boast a semi-lost treasure trove of incredible TRANSIENCE, one-of-a-kind tracks by young producers, many of whom only made records for six months of their lives before slipping away from music, back into everyday London life. People say that the word 'underground' has no meaning, or that it's more of a shtick than a reality. They're often right, but not here. Some of these tracks are recognised classics, but most seem doomed to remain in obscurity. [...] Unlike established disciplines like House, these beats dare to challenge the dancefloor with pauses, gaps and other idiosyncrasies that don't rely on the escapist hypnotic effects of a continuous matrix of 4x4 kicks. This freewheeling creativity is the product of music creators with no-one to answer to. Instead, early grime production is a playful world of modular blocks, genomes and sound-types ready to be chopped up and boosted by the power of the Refix. [...] These trax tap into a rawer, more natural energy that demands a stark physical reaction.  (LOWER END SPASM)

Αναδρομή στις πρώτες μέρες του Grime, βουτιά στα βαθιά, σε κλασικά instrumental αλλά και dub-plates που έμειναν στην αφάνεια, προσφέρει αυτό το mixtape-θησαυρός από το αρχείο του Lower End Spasm. 69 tracks στην διάρκεια μιας ώρας αποδεικνύονται σοβαρή δοκιμασία για τον ανυποψίαστο: η περίοδος της μετάβασης από το UK Garage στο Grime διατύπωσε με αποφασιστικό και επείγοντα τρόπο τη στροφή σε κάτι που γίνεται όλο και πιο κρίσιμο σήμερα: την ανάγκη για αμεσότητα. Αυτό είναι που κατά βάθος επιθυμώ, την αμεσότητα, και όχι την αναπαράσταση. Η μουσική αυτή απαιτεί την άμεση σωματική αντίδραση, προσεγειώνεται μες στα μούτρα σου, με μια βιωμένη δύναμη και νεύρο που μεταφέρεται στο ακέραιο. Οι ρυθμικές της δοκιμές κρατούν σε εγρήγορση τα αντανακλαστικά, με κενά και παύσεις, που αποσπούν εδώ και τώρα τον πιο ζωτικό σπασμό! Η φυσικότητα με την οποία αντιδρούμε στα σωματικά ερεθίσματα που δεχόμαστε είναι εδώ το ζητούμενο: κάτι που καθημερινά καταπιέζουμε, σε αυτό το μακάβριο μάθημα υποκριτικής, που ξεκινάει από την 'κοινωνική σφαίρα' και καταλήγει στην 'προσωπική ζωή' (όπου λαμβάνει, συχνά, και το οριστικό χτύπημα!). Do I dare?

"Do I dare, baby?" and, "Do I dare?"  
To turn back and descent the stair?

                  

JAM CITY




There's a reason that the UK house sound is so vital and refreshing right now. Outside of and/or ignorant of the Berlin-Detroit continuum, the new wave of producers are young, open-minded and less bound to convention; they'll try literally anything to get your attention. In this sense, the parallels with the "classic" era of grime production are explicit and undeniable - the sheer urgency of the music, the whatever-works approach (Dramatic strings? Warbling synths? Cheap horns?), the focus on BIG sounds and the willingness to challenge and disrupt - and ultimately conquer - dancefloors with any number of dramatic pauses, aggro-effects and jump-cuts.
Here is a music - finally! - that combines all the raucousness, all the twisted percussive energy, of UK funky and grime, with a depth of texture and grain more readily associated with house and techno from Michigan. [...] For all its youthful vim it's staggeringly mature in composition and execution; washed-out synth patterns reverberate across grids and fractals delineated by drums which in their live-feel programming remind me of top-drawer FXHE and Hieroglyphic Being-type material. [...] Also an ability and willingness to drop from high-bpm house into half-speed rollage like it ain't no thing, a rhythmic insouciance no doubt learned from juke and grime.
The liberated, anything-goes but still defiantly minimal approach to production is the legacy of grime as transmuted in contemporary house, and goes some way to explaining why funky and funky-influenced dubstep represent, in 2009, the true locus of electronic music's cutting edge. So yes, grime was about the sudden shift, the hand-brake turn; Jam City's supernatural achievement is to channel this nervy energy into something altogether more trippy and hypnotic; his tunes have all the percussive, ratchety bluster of vintage Ruff Sqwad and Alias productions, but they aim for a more meditative and melancholy space. It's no surprise to learn that Latham got into smoother 4/4 sounds via grime.   (FACT)

Ο Jack Letham (aka Jam City) είναι μόλις 19 χρόνων. Οι πρώτοι ηλεκτρονικοί ήχοι που άκουσε στη ζωή του ήρθαν μέσα από τη μουσική Grime. Μεγαλώνοντας, ο ίδιος, σε μη-αστικό περιβάλλον, γοητεύτηκε από τα ξεκάθαρα urban χαρακτηριστικά μιας μουσικής που εκφράζει τη ζωή από το επίπεδο του δρόμου. Και είναι μέσα από αυτό το πρίσμα που προσλαμβάνει την ηλεκτρονική μουσική του παρελθόντος, την Techno και την House. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο γίνεται (ένα ακόμη) τυπικό παράδειγμα μιας νέας γενιάς παιδιών που απορροφούν την ιστορία της χορευτικής μουσικής από την αρχή, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία και την ελευθερία που τους δίνει το σύγχρονο Bass μουσικό κλίμα.  
Σε πρόσφατο αφιέρωμα στο περιοδικό FACT, ο ίδιος περιγράφει τη μουσική του ως "a stripped-down but psychedlic path through house, grime and juke, via synth-drone, afro-electro and warm vintage boogie-funk".  Κάνοντας λόγο για πολλά πράγματα, ο Jam City αναφέρεται στη σχολή του Chicago, αλλά και στo νοτιο-αφρικανικό Kwaito, βρίσκοντας ένα πολύ ενδιαφέρον νήμα:  "South Africa has a good 20 year history of house music and Kwaito. But what attracts me to it at the moment is this sonic thread that seems to run through early House to Juke to Grime which is this stripped down, percussive and often quite dark sound." Η ωμή ενέργεια που συνδέει αυτές τις (γεωγραφικά τόσο απομονωμένες) street-level χορευτικές εμπειρίες διοχετεύεται, μέσω της μουσικής του Jam City, έξω από το dancefloor: βαδίζοντας στην αχαρτογράφητη πλευρά της πόλης, σε μιαν ατμόσφαιρα αρκετά πιο γόνιμη από τον εσωτερικό μονόλογο της idm...


Ο Jam City έχει, επίσης, ένα εντυπωσιακό blog, με φωτογραφικό υλικό που θα ενθουσιάσει τους οπαδούς του J.G.Ballard (ο οποίος πέθανε φέτος το καλοκαίρι). 

Wednesday, 14 October 2009

PEVEREL JUNGLIST





There was a time when dubstep releases were few and far between, and it was kind of difficult to fill a set. It felt like there was a real freedom to do what ever you wanted back then, too, which was exciting for a producer. There wasn't a template. Strangely, I think we've come full circle in 2009 and the door feels wide open again right now. [...] For me dubstep will always mean a blank canvas for producers influenced by UK drum and bass music rather than representing a specific sound.  (PEVERELIST) 
While all these styles are rushing off in their respective directions, it leaves a gap behind in the last place people think to look: The dark layer of sub bass left where dubstep began its experimentation. [...] In the last few years, nobody has done dark, moody, emotive dubstep better than Bristol's Peverelist.  (BLACKDOWN)

Το νέο άρθρο του Blackdown για την (εξαιρετικής σημασίας) μηνιαία grime/dubstep στήλη του Pitchfork κυκλοφόρησε επί τέλους (μετά από τρεις μήνες αναμονής). Και είναι αφιερωμένο στην επικείμενη (πρώτη) long play κυκλοφορία του μπριστολιανού Peverelist. Ιδιοκτήτης του σημαντικότερου record shop στην πόλη του Bristol, του Rooted Records, αλλά και του influential label Punch Drunk, ο Tom Ford (aka Peverelist) έχει δηλώσει στο παρελθόν πως του αρέσει το techno, αλλά σχεδόν ντρέπεται να το πει! Και καλά κάνει, μιας και θέτει τα πράγματα ως εξής: 
Για όσους τον ταυτίζουν με το δεδομένο dubstep-techno crossover που συντρέχει(;) αυτήν τη στιγμή στο Βερολίνο και το Bristol, αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση, που περίμενα εδώ και καιρό να ακούσω... Δεν είναι καλή ιδέα να προσεγγίζουμε τη μουσική που συμβαίνει σήμερα με όρους της δεκαετίας του 1980, δηλαδή της δεκαετίας που έθεσε τα θεμέλια για την τεχνολογία της χορευτικής μουσικής. Δεν θέλω να βλέπω τα παράγωγα του UK Garage σαν προσθετικές αναμείξεις δεδομένων μουσικών 'ειδών', ίσως ούτε καν σαν fusion: η τρέχουσα μουσική είναι μάλλον post-genre, δεν παράγεται με αυτή την λογική. Έχει, συνειδητά ή ασυνείδητα, εσωτερικευμένη όλόκληρη τη μουσική ιστορία (η οποία διακινείται ελεύθερα στο internet), και τελικά, μέσα σε μια τέτοια άνευ προηγουμένου αφθονία, η μουσική έχει ξεφύγει πέρα από κάθε έλεγχο που πάει κόντρα στην ελευθερία της. Φτάνοντας σε μια δομή τόσο περιεκτική, και ταυτόχρονα τόσο ελαστική και ανοιχτή στις πιθανότητες, η τρέχουσα Bass μουσική μας αφοπλίζει με ολοένα και πιο ριζικό τρόπο. Και το κάνει όλο αυτό χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν για το ποιο είναι το 'νέο' όνομά της!
Τα sets του Peverelist είναι παραδείγματα ενός τέτοιου, βιωματικού και διαισθητικού, ανοίγματος στη μουσική, το ίδιο και οι παραγωγές του. Το καλοκαίρι, όταν έσκασε το remix του στον Hyetal, πατήθηκαν πολλά κουμπιά μαζί... Η χρονιά αυτή είχε ανοίξει για μένα με το αξεπέραστο live in Villa Oslo (το τρίωρο set του Peverelist παρέα με τον Appleblim), και οδεύει προς το τέλος της με την υπόσχεση του πρώτου Peverelist lp. A full circle...